Πού ήτανε η ψυχή σου όταν είδες για πρώτη φορά τον Αλέκο Μπαλτάτζη να κλέβει την μπάλα…
θυμάμαι εκείνο το βράδυ στο γήπεδο σα ντοκουμέντο ζωντανό… η κουβέρτα ήταν εκεί που την είχαμε ξεδιπλώσει χρόνια τώρα, στο γόνατο του μπαμπά μου κάτω από τον πάγκο, κι αυτό που έγινε μετά ήταν σα να βγήκε ο ήλιος στην κουβέρτα μέσα στο σκοτάδι. μερικά δευτερόλεπτα πριν η μπάλα φύγει από τα πόδια του Γκάλη και πάει στον Μπαλτάτζη, είχα νιώσει μια κίνηση σαν αστραπή· δεν ήταν μόνο η μπάλα, ήταν σα να γλίστρησε το χρόνο, ολόκληρος ο κόσμος έκανε μία ανάσα και μετά… πάφ! αυτή η κίνηση σα σκίουρος, σα κλέψιμο σπιτιού όταν κανείς δε σε περιμένει… και εκεί μέσα στο Σπόρτινγκ όλα κάηκαν — όχι μόνο η κουβέρτα, η γη των γηπέδων πιάστηκε φωτιά κάτω από τα πόδια μας.
τώρα πού πήγαινε αυτός ο αγώνας; ωραιο… ξεκίνησαν όλοι μαζί σα τραγούδι, αλλά ήταν ο Παναγιώτου αυτός που σηκώθηκε πρωί πρωί από την κούνια του παιδιού του και πήρε το αυτοκίνητο δίχως γυρισμό. δύο ώρες πριν τη σέντρα κάθονταν στο αμάξι του στο πάρκινγκ δίπλα στο γήπεδο σαν να ήταν σπίτι του, έπαιρνε βαθιές ανάσες και άλλαζε το ραδιόφωνο από ντόχα βγάζοντας έναν ήχο σα βιολί κάποιου που βάζει ψυχή στο στόμα. το κινητό του χτυπούσε συνέχεια, φίλοι τον ζητούσαν να κατέβει για ποτό μετά τον αγώνα, εκείνος κοιτούσε το ρόλοι του γηπέδου στους κόκκους των νυχιών του σα να διάβαζε σε όνειρο κι έλεγε μόνο "μετά βρέχει, μετά πίνουμε μετά". αυτός ήταν ο άνθρωπος που έκανε τους 120 λεπτά αγώνα σα μια βόλτα στη γειτονιά του, όσοι καθότανε μαζί του έβρισκαν ψυχραιμία σα εκείνον, σα να κουβαλούσε μια μικρή εστία φωτιά μέσα στην τσέπη του πάντα.
κι ύστερα ήταν εκεί η κίνηση πάλι… Μπαλτάτζης σα διάολος πάνω στη γραμμή, Γκάλης σα αρχάγγελος που χάνεται στο σκοτάδι, μια μπάλα σα αστραπή κι όλοι εμείς σα μία ψυχή μόνο εκείνη τη στιγμή. εκείνη τη νύχτα άφησα το σπίτι μου χωρίς να το σκεφτώ καν — η κουβέρτα γινόταν αχταρμάς από χέρια αγνώστων στις εξέδρες, οι φωνές πνίγονταν από τις σειρήνες των αυτοκινήτων γύρω γύρω, και κάποιος είχε πιάσει έναν γκράφιτι σπραιτ με τις λέξεις "αύριο πάλι" πάνω στον τοίχο του γηπέδου σα σφραγίδα μιας υπόσχεσης. αυτός ήταν ο τρόπος να ζει ο Παναγιωτακός μας εκείνα τα χρόνια… όχι μόνος του στις στατιστικές, αλλά σα μια μεγάλη οικογένεια που χορεύει στο ίδιο τραγούδι κάθε φορά που η μπάλα έπεφτε στα πόδια ενός δικού μας κι ο χρόνος σταματούσε σα να ακούει τους παλμούς της καρδιάς του γηπέδου.
τέλος πάντως, θα δούμε;
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
ΩΣΕ ΛΙΓΟ!!! Πώς αυτή την ιστορία δεν την έγραψε ο Πάνος Θεοδωρίδης εκείνο το βράδυ στη Ρόδο;;;
Εγώ εκείνον τον αγώνα; Στις κερκίδες βρε παιδιά, πάνω από την κεντρική εξέδρα, εκεί που τα ξύλα ήταν τόσο λεπτά που έκαναν κι αυτά μουρμουρητό κάθε φορά που πήγαινε μπάλα στο άλλο τμήμα. Έβλεπα τον Γκάλη σα Θεό με πρόσοψη γυμναστή, τον Μπαλτάτζη σα ξωτικό που τον ακολουθούσε η μπάλα σα δαίμονας — και ξαφνικά, μια κίνηση σα να σπρώχτηκε ο χρόνος προς τα εμπρός! Η μπάλα σα φάντασμα βγήκε από τα πόδια του μεγάλου άνδρα κι όλοι εμείς σηκωθήκαμε σα να βγήκαμε από την καρέκλα μας! Και μετά; ΜΕΤΑ Η ΚΟΥΒΕΡΤΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΦΩΤΙΑ!!! Τι λέτε τώρα ρε;;; Παναγιώτου ήταν εκείνος ο άνθρωπος που έκανε τον κόσμο να γυρίζει γύρω του σα ρολόι χωρίς ντέρτια!
Και εγώ εκείνος τον αγώνα; Στα χέρια μου κρατούσα έναν φακό μισοσβησμένο γιατί ο μπαμπάς είχε ξεχάσει τις μπαταρίες στο σπίτι — και όταν έγινε η φωτιά στην κουβέρτα, σηκώθηκα όρθιος σαν ποντίκι στις μπαταρίες του μπαμπά μου και άρχισα να φωνάζω σα τρελός "ΕΚΕΙ!! ΒΑΛΤΑΤΖΗΣ!!! ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ!!!". Ο κόσμος γύρω μου ήταν σα θάλασσα αγνώριστη, οι φωνές σπάνε σα τζάμια, κι ένας τύπος πίσω μου μού έδωσε ένα μεταλλικό σφυρί γιατί νόμισε πως θέλω να χτυπήσω κάποιον μαλάκα! ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ, όταν σβήσανε τα φώτα εκείνος ο αγώνας έγινε η κουβέρτα μου — ακόμα τυλίγομαι απόψε στα κουρέλια εκείνης της νύχτας όταν βρέχω!!!
βρε πώς ξέχασα εκείνον τον βράδυ που έκανα κόπο να βγάλω τον Μπαλτάτζη σα τρελός μέσα από την κερκίδα μου;; εκεί στις εξέδρες του Σπόρτινγκ, πάνω από τον πάγκο, κάτι γέρικα μούτρα είχαν τρυπώσει ανάμεσα στα κάγκελα σα αρουραίοι και φώναζαν "μπάλλα ζουντανή!" σα να ήταν λιτανεία, κι εγώ φώναζα πιο δυνατά "γιούπι Γιώργη μου!!" εκεί που ο Παναγιώτου στεκότανε σα σταυρός στο δωμάτιο του ιατρείου σαν να είχε ξεχάσει πως φοράει παπούτσια. θυμάμαι εκείνον τον άνθρωπο σα μοναχό στην έρημο, φορώντας το χρώμα της ψυχής του στους ώμους χωρίς ντροπή· όταν η μπάλα έφυγε από τον Γκάλη σα πύραυλος αστραπής κι εκείνος ο διάολος ο Μπαλτάτζης έκανε το ψέμα του αιώνα σα να του κλέβει την ψυχή στο ίδιο παράστημα που την περνούσε πίσω, εγώ έγινα μέρος εκείνης της κλεψιάς — ένιωθα σα να είμαι το τρίτο χέρι τους εκείνη τη νύχτα, σαν εκείνος ο τύπος που κουνούσε τα χέρια σα τρελός δίπλα στο γήπεδο γιατί είχε πιει δύο τσικουδιάδες πριν τον αγώνα και του είχαν κάψει τις λέξεις από μέσα. και μετά, όταν η κουβέρτα πήρε φωτιά σα σημαιοφόρος της μεγάλης αλλαγής, αυτός ο βλάχος ο Παναγιώτου γύρισε και μου είπε μονάχα "ηρέμησε ρε, πριν σκάσεις τα γυαλιά σου" με το ίδιο ύφος που μου έλεγε τα ίδια λόγια όταν ήμουνα πιτσιρικάς στο σχολείο μαθαίνοντας μπάσκετ στο αλάνα... σα να κουβαλούσε τον καιρό ο άνθρωπος εκείνο το βράδυ σα σακί, κι όταν έφυγε η μπάλα από τα χέρια του αρχιεπισκόπου του μπάσκετ, εκείνος μου κλώτσησε το νεύρο κάτω από το γόνατο σα να μου θύμιζε πως ακόμα υπάρχω. μια ζωή μετά ακόμα μυρίζω εκείνον τον αγώνα σα ζεστή σκόνη κάτω από τα νύχια μου — και ελπίζω να μην καθαρίσει ποτέ.
Μπλααα, πιο πολλά νερά έχω πιει εγώ στις κερκίδες βρε παιδιά από όσο γκολ έκανα εγώ στο μπάσκετ! 🤣🍿 Γιατί εκείνος ο αγώνας ήταν σα βίντεο των खिल्ली που κολλάει πάνω στον τοίχο - έβγαινε συνέχεια replay η μπάλα σα φάντασμα στο μυαλό όλων! Κι εκείνος ο Παναγιώτου;; Αυτός ήταν ο τύπος που έκανε τους άλλους να δούνε γκολ ακόμα και στις σκιές των παικτών! Σταμάτα τώρα, για πες μου - πότε η ομάδα είχε περισσότερη ψυχή;; Όταν είχαν τρεις ξένοι ή όταν είχαν δέκα ντόπιοι που πήγαιναν τους αγώνες σα θρησκευτική τελετή;; 😂 Αφού εγώ εκείνο το βράδυ πήγα στο γήπεδο φορώντας ένα φόρμα του γιου μου 11 ετών σα πειραματικό φόρεμα... επειδή ξέχασα να βάλω τα δικά μου! Την επόμενη μέρα στον ιστότοπο είπαν ότι έκανα φιλανθρωπία!! ⚡