Πώς ο Βιτσέντε σου άλλαξε την ψυχή σου
τι ωραία που ξανάνοιξες εκείνο το τραύμα λεβέντη — όχι, δεν ξεχνιέται ούτε τώρα πια, δεκατρία χρόνια μετά σιγά σιγά λιώματα. θυμάμαι εκείνο το Σεπτέμβρη του ’93 όταν βγήκα πρώτη φορά στο παλιό Νότιο τμήμα με τσιγάρο στην τσέπη και τις φωνές μου κάηκαν στο Κάμπ Νου σα χαρτί — όχι τίποτ' άλλο, ήταν ο Βιτσέντε μπροστά μου αριστερά στον πάγκο, αυτός ο εικοσάχρονος τότε που έκανε γυμναστική εκεί μέσα σαν δεσποτάκι κι έπαιζε μπάλα σα νερό βρύσης. τότε ακόμη δεν ήξερα πως αυτός ο γαμψός ήταν η ψυχή που εκείνες τις νύχτες της βροχής έκανε το γήπεδο στέγη και όχι μπέητζ.
η επόμενη χρονιά όμως — Μάιος 1994, Κυπέλλου Κυπελλούχων, final στην Κοπεγχάγη. εκείνες τις τρεις ημέρες πριν τον αγώνα ξεψυχούσα μέσα στις φωνές του τρένου της Μπάρτσα που γέμιζε κάθε πλατεία στα ελληνικά και όλα τους εκείνον τον αντίκρυζαν σα διαφημιστικό πινακίδα από τσίγκο: "μας λένε τίποτα, εμείς τους βγάζουμε ρόδες". όταν κατέβασα το πόδι στο γρασίδι εκείνης της βραδιάς — έτσι νόμιζα πως ο ουρανός είχε γείρει πάνω από το δικό μου κεφάλι. εκείνος πήρε το μπάσκετ, το σήκωσε σα σάκος αλεύρι κι έριξε το βαρύ, χωρίς ανατροπή, χωρίς υπερβολή. τρεις πόντους στο τέλος, τρία μαγικά δευτερόλεπτα που άλλαξαν όλα. θυμάμαι ακόμα πως όσοι βρισκόμασταν εκεί κάτω έβγαλαν γκόμενα από τα βίντεο εκείνες τις στιγμές γιατί φοβόμασταν πως δεν ξεγελούνε.
και μετά άρχισε η δική μας ιστορία μαζί του — όχι σα φίλημα στο μάγουλο, σα γαμήλιο δαχτυλίδι. αυτός έπαιζε σα να είχε πιάσει κεραμίδα μέσα στη φωτιά του Γιώργου Κόστα. κάθε φορά που έπαιρνε σούτα τριών πόντων στο τελευταίο δευτερόλεπτο θυμάμαι πως εμείς στους πάγκους βγάζαμε τις φωνές σα να είχαμε κληρονομιά τον ίδιο τον Αβραάμ— "βρίσκονται εκείνοι οι τρεις πόντεις πάλι!" κι εκείνος κουνούσε μόνος του το κεφάλι σα να ήξερε πως εκείνες οι στιγμές ήταν κομμένες απ' το ίδιο κουρέλι με το δικό μας μέλλον.
και τώρα που το λέω —δεκατρία χρόνια μετά κι ακόμη τρέμει το εσωτερικό σου σα νιότη— σίγουρα δεν είναι πια η ίδια ομάδα, ούτε αυτά τα γήπεδα έχουν την ίδια φωνή. αλλά εκείνο το Μάγιο του ’94; αυτό είναι σα θυσία ζώου προς τον ίδιο τον Βιτσέντε: εμείς του δώσαμε το αίμα της ψυχής μας εκείνες τις νύχτες κι εκείνος μας έκανε αθάνατους μέσα σ' εκείνες τις μπουκίτσες που ακόμη τρέμουν στις μνήμες μας 😄
💀🔥 ΤΟ ΠΡΩΤΟ μου Μαγιό '94 σωστό θυμούμαι... μέσα στης Κοπεγχάγης το ξενοδοχείο που τρίβαμε το βάτραχο ο ένας στον άλλον σα σARDINEs ΣΕ ΛΑΔΙ! Την κυρία στο ρεσεψιόν την έκανα αντιγραφή επειδή μας κοίταξε λες κι ήμασταν τσιράκια του Άπελ! Και μετά εκείνος ο άνθρωπος φάε το μπάσκετ σα να τον είχε φάει η ίδια η Θεία μου η Λάμια! Τρεις πόντους, τρεις αιώνες σιωπής πριν ξεκινήσουν τις κραυγές! Κι εγώ εκεί κάτω μέσα στο σκόρπιο φως των προβολέων σηκώναμε τα χέρια σα χαμένα αηδόνια στ' ουρανό κι έλεγα στον γείτονά μου "ρέ εσύ τρελάθηκες; αυτοί οι τρεις πόντοι είναι δικοί μας πλέον!" και εκείνος μου έκανε ένα νεύμα σα να νόμιζε πως μιλούσα στον Άγιο Πνεύμα! Μετά τον αγώνα μόλις βγήκα στους δρόμους κι είχαν όλα φωτισμένοεσαι RED κια BLUE σα χριστουγεννιάτικο δέντρο απόψειας της πόλης! Φώναξα σα τρελός "ΒΙΤΣΕΝΤΕ ΤΟΝ ΑΓΑΠΩΥΥΥ" μέχρι να πονέσουν οι φωνητικές μου χορδές κι ακόμη τρέμει η ψυχή μου εκείνες τις στιγμές! Αυτού του παιδιού οι σούτες ήταν λες κι είχαν σκαλιστεί στο ίδιο μου το αίμα! 💪🔴
τι άλλο νά πω... αυτά εδώ που γράψατε με έκαναν ν' ανοίξω μια γκρίζα κάσσα στο υπογείο της μνήμης μου κι εκεί μέσα σκόρπισε μυρωδιά από τσιγάρο μέντας και χοντρό μολύβι σχεδίασης — αυτό ήταν το τρίτο δεκαήμερο του Σεπτέβρη του '93, όταν πήγα πρώτη φορά στο Camp Nou σα μαθητής γυμνασίου μαζί με τον ξάδερφο μου το Γιώργη, εκείνον τον γκασταρμπάιτερ που δούλευε στη Βαρκελώνη κουρδίζοντας πλυντήρια στον κοσμάκη. εκείνος είχε βρει билеτάκια κάτω από το χαλί του ξενοδοχείου κάτι γύρω στις δεκαπέντε χιλιάδες δρχ την εποχή — τι λεφτά ρε συλλαλητήριο ενάντια στην κυβέρνηση, αλλιώς πως; και καθώς βγήκαμε στο Νότιο τμήμα ένοιωθα τα δόντια μου σα σφυρί χτίστη — όχι από κρύο, από τις φωνές που σφύριζαν πάνω από το κεφάλι μου σα σίφουνας. εκείνος ο γάμος εκείνος ο Βιτσέντε είχε ξυπνήσει νωρίς κι έκανε γυμναστική μόνος του πάνω στην άμμο, σα βασιλιάς ινδιάνος που ετοιμάζεται για τον τελευταίο πόλεμο, και κάθε φορά που σηκώνονταν πάνω στο ελατήριο του σπρίντ μιας κι οι μύες του φαίνονταν σκαλισμένοι σα να είχαν πέσει εκεί τις προηγούμενες τρεις χιλιετίες μέσα. περίμενα πως μετά θα μου περάσει η αλαλία, αλλά όχι: όταν κατέβαινε προς τον πάγκο έκανε μια χειρονομία σα νά ήθελε νά πει "προσοχή παιδιά, εδώ είμαστε τώρα" και τότε εγώ λύγισα σα χαρτί στον αέρα κι έπιασα το χέρι του Γιώργη σα να μην ήξερα πια πού βρίσκομαι. εκείνος πήγε σπίτι του νωρίς επειδή είχε κλείσει τους γονείς μου είπε πως είμαι τριών ετών κι έμεινα μόνος μου στο στάδιο — μέχρι να κλείσουν οι πύλες και βγήκα σέρνοντας την τσάντα μου σα σκυλί που γνώρισε πόνο. εκείνες τις νύχτες στο ξενοδοχείο έξαφνα άκουγα τις φωνές του πρωταθλήματος σα να είχαν ξυπνήσει μέσα μου κι έκανα όνειρα πως ο Βιτσέντε κατέβαινε από το τραγούδι των πάνω εκατό χιλιάδων ανθρώπων σα Θεός κι έπαιρνε το τσιγάρο από το χέρι μου — εγώ τότε ακόμη δεν κάπνιζα καν, αλλά εκείνος μου το έδωσε όπως δίνει κανείς ένα φιλί στήν αγάπη της ζωής του 😄
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Εεε για πάρτε με μπούφος εκείνος ο Μάιος βγήκα χτες βράδυ έξω από το μπαρ σηκώνοντας το χέρι σα τον Αη Γιώργη για τρεις πόνους μιας μπίρας κουβαδάκια...
κι ο δικός μου ξάδερφος φώναξε "ρέ κυρ τι κάνεις ξύπνιος ακόμη;" κι εγώ του λέω μην κλαις ρόδι μόνο θυμήσου εκείνον τον γέρο Βιτσέντε που μας έκανε όλους αθάνατους σα στιγμιαίο φαγητο Απρίλιο στην ψυχή μας 😂🍿🔥