Από την πίκρα του '86 έως το ring на των πρωταθλητών του 2016 – εμείς ζήσαμε την ιστορία!
θυμάμαι εκείνες τις φορές που καθίσαμε όλοι γύρω-γύρω στο ράδιο της μηχανής εκείνο το καλοκαίρι του ’86 και ακούγαμε τη βαριά μπάρα της ψυχής μας να λυγίζει στα σίδερα... εκείνες τις στιγμές που ο Ματζικ κι ο Ντένις έκαναν τους Σέλτικσ εκείνον τον αγώνα, εκείνον τον τζόντο εκείνον τον αγώνα εκείνου του βράδιού... ακόμα θυμάμαι τη γεύση του εμφυσήματος που έγινε μέσα στη δωμάτιο όταν χάσαμε κι ο τζόγος ήταν πάλι τόσο σκληρός όσο ήταν κι ο Τζόρνταν εκείνη τη χρονιά... αλλά ας μην ξεκινήσουμε έτσι πάλι...
πιο πολύ μου κόβει η ανάσα όταν θυμάμαι τον Κυριάκο εκείνον τον Ιούλιο βγαίνοντας από το αεροδρόμιο, κατάλυτος μετά τις αλλαγές, κι έπιασε την κουβέντα κάποιος σύντροφος και του λέει "παιδί μου, αυτοί στο Κλίβελαντ περιμένουν σεις!" και εκείνος στάθηκε εκεί σαν ήρωας τουλάχιστον εκείνην την ώρα... κι έπειτα εκείνον τον τίτλο εκείνον τον δρόμο εκείνον τον δρόμο των φίλων εκείνον το βράδυ της νίκης στους Ουώριορς εκείνον τον αγώνα εκείνον τον αγώνα... αλήθεια, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ιστορία από αυτή... τώρα ξαναζούμε πάλι τον ίδιο ντόρο, μόνο που αυτή τη φορά είμαστε οι πρωταθλητές... τέλος πάντως, θα δούμε;
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
ΜΑΤΑΜΟΡ!!!
Για κανέναν δεν ξεχώριζα εκείνον τον Ιούλιο στο αεροδρόμιο εκείνο ΑΕΡΟΣΚΑΦΟΣ όταν ο Κυριάκος βγήκε σαν άγαλμα μιλώντας με εκείνον τον πλέον αγαπητό τελάρο... εγώ εκεί είχε ένα κουτάκι μπίρα χέρια σφιγμένα γύρω-γύρω και οι δάκρυα έτρεχαν σαν νερό! ΜΙΛΑΜΕ ΣΕ ΠΑΝΤΑ ΑΠΛΟΙ!!! ΚΑΙ ΞΕΣΠΑΣΑΝ ΣΑΝ ΦΟΥΣΚΑ!!! ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ ΑΝ ΘΥΜΑΣΑΙ ΕΚΕΙΝΗΝ ΤΗΝ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΕΓΩ ΕΙΧΑ ΓΙΑΝΤΕΨΕΙ ΜΕΡΙΚΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΑΓΩΝΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΠΥΡΕΝΑ!!! ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΝΑ ΠΑΩ!!! ΑΜΕΣΩΣ!!! ΟΥΔΕΝΑ ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΑ!!! 🔥🔥🔥
Στην εξέδρα από παιδί.
τι μεγάλο λάθος έκανα το 2016 πιάνοντας το κινητό μου τη στιγμή εκείνη πάνω στο γήπεδο στους τελικούς; όχι, ούτε στιγμή! βλέπεις εδώ στους γείτονες εκείνος ο υπερήφανος κυρ-Δήμος είχε βγάλει το φωτογραφικό μηχάνημα του 80άρη Φούτζικα αυτού που ξέραμε όλοι από τις δεκαετίες εκείνες στις αγορές — θυμάστε εκείνον τον άνθρωπο με το γκρίζο μούσι μέχρι τη μέση και τις μπότες με τις κορδέλες; να λοιπόν εκείνος σηκώθηκε πάνω στην καρέκλα σαν ερειπιώνας στους πολεμιστές του Μεγάλου Αλεξάνδρου και άρχισε να φωτογραφίζει με τρεμάμενα χέρια τον Κυριάκο πριν ακόμα σβήσει το φλας των δημοσιογράφων...
και εγώ εκεί κάτω ανάμεσα στους θορύβους του πλήθους, βλέπω μια λάμψη μια στιγμή σαν αστραπή εκεί πάνω στο πρόσωπό του εκείνου του ανθρώπου και τότε κατάλαβα πως δεν ήταν πια εκείνος ο ίδιος άνθρωπος... ήταν ο Κυριάκος εκείνος αυτός που είχε μόλις κουβαλήσει έναν αιώνα ψυχής πάνω στους ώμους του. αμέσως μετά είδα την οικογένεια εκείνους τους πέντε τους ανθρώπους μαζί σφιγμένους σαν ένα κλωνάρι δέντρου μπροστά στα μπουλντόζα να κλαίνε γελώντας ταυτόχρονα... κι αυτό, ρε φίλοι μου, ήταν που μου έκανε τα μούτρα ν' αλλάξουν σιγά-σιγά σαν εκείνες τις τσάντες των παλαιοπωλείων που ανοίγουν μετά τη βροχή...
πιστέψτε με όταν σας λέω πως εκείνο το βράδυ στο Κλίβελαντ όλοι οι άνθρωποι έγιναν ένα πράγμα μόνο: ένας ζωντανός ζωντανός οργανισμός που χτυπούσε σαν καρδιά μιας πόλης και όχι σαν ομάδα μπάσκετ...
Τα 'χω ξαναδεί αυτά, παιδιά.
Τι γίνεται εκεί στο πιο αγαπημένο μέρος της πόλης; Στο τόπο όπου οι νίκες έχουν γεύση λυκίσματος και οι απογοητεύσεις γεύση μπουζί;
Κοίταξα ξανά αυτές τις φωτογραφίες από εκείνον τον Ιούλιο — τον Κυριάκο να στέκεται εκεί σαν βράχος μέσα στο πλήθος, με τα μάτια του να λάμπουν όσο ο δρόμος ήταν σκοτεινός χρόνια πριν. Εκείνο το βράδυ δεν είχαμε απλά μια ομάδα· είχαμε μια πόλη που έβγαζε αίμα από κάθε πόρο της για έναν άνθρωπο που είχε χάσει και πάλι την ελπίδα του σπίτι του. Γιατί αλήθεια, ξέρετε πως το ’86 είναι ακόμα εκεί; Ξέρετε πως όταν εκείνος ο αγώνας τελείωσε εκείνος ο θρήνος ήταν τόσο μεγάλος όσο ήταν κι ο ίδιος ο τίτλος εκείνης της νύχτας στον Ουέστ; Μα τώρα κοιτάζω τους σημερινούς Cavs — αυτούς τους μούτσους εφήβους που χορεύουν πάνω στην πίσσα σαν να μην έχει τελειώσει ποτέ η μουσική — και νιώθω μια ανάσα.
Εκείνοι ήταν σκληροτράχηλοι πολεμιστές. Ο Τρίσταν είχε πετάξει το σώμα του πάνω στον δρόμο πριν καν βγάλουν το στόμα τους από τον λαιμό. Ο Λοβ γνώριζε κάθε γωνία εκείνης της αίθουσας σαν δεύτερο σπίτι του. Ο Κεβόν έριχνε τρία συνεχόμενα σουτ από εκεί που σήμερα ακόμα οι μεγάλοι αρχίζουν να βγάζουν ζάχαρη. Ήταν αγώνες των 100 πόντων στο μισό; Σίγουρα. Ήταν τάσεις που έκαναν τους αντιπάλους να κυλούν σαν μπάλας στο τρίποντο; Αδιαμφισβήτητα.
Αλλά αυτοί εκεί στο πίσω μέρος; Αυτοί που ξέρετε — οι δικοί μας στις κερκίδες που είχαν χάσει κάθε ελπίδα πως ένα δάκρυ μπορεί να ξαναστήσει την πόλη στα πόδια της — εκείνοι έγιναν το μεγαλύτερο όπλο. Εκείνοι οι άνθρωποι έκαναν τους εχθρούς τους να νιώθουν σαν να βλέπουν τον εαυτό τους μέσα στον καθρέφτη μιας πόλης νεκρή.
Και τώρα; Τώρα κοιτάζω το ρόστερ αυτό: οΙ Εβαν, ο Ντόνοβαν μπαίνει μέσα σαν ψύχραιμος δάσκαλος, η τελευταία ημερομηνία λήξης της κυριαρχίας του Λοπέζ είναι εκεί σαν χρονόμετρο ενός αγώνα υπερωρών. Ο Μόμπι έχει αυτή την ψυχούλα των στρατιωτών των τριών γηπέδων μακριά από τον τόπο του. Ο Πρίγκι είναι ένας αρχιτέκτονας εκείνων των ωρών όπου το ρολόι γίνεται εχθρός σου.
Δεν τους λείπει το σκληρό του χαρακτήρα — αρκετοί έχουν σπάσει αντίπαλους σαν γυαλί κάτω από μπότες — αλλά εκείνο το αίμα στα χέρια; Εκείνο το βάρος στις ψυχές που είχε εκείνοι οι άνθρωποι πριν δεκαπέντε χρόνια; Δεν φαίνεται εδώ. Αυτοί εδώ είναι σαν μια παρέα παιδιών που ξέρουν πως έχουν όλα σχεδιαστεί για να κερδίσουν το πρωτάθλημα πριν ακόμα γίνει Σεπτέμβρης.
Μα η ουσία δεν βρίσκεται στο γήπεδο αυτήν τη φορά. Αυτή η ομάδα έχει κάτι διαφορετικό: η πόλη έχει ξεχάσει πώς είναι ν' αγωνίζεται για κάτι. Αυτοί εκεί πάνω στις κερκίδες ξέρουν πως δεν χρειάζεται πια να τραγουδήσουν ένα τραγούδι για ν' αναστηθούν. Το κάνουν αυτό μόνοι τους. Κάθε φορά που ο Κυριάκος γυρίζει και κοιτάζει εκεί πάνω στους οπαδούς, βλέπει όχι εκατό χρόνια κακουχίας, αλλά εκατό χρόνια ιστορίας που γράφτηκε όχι στα αποτελέσματα των αγώνων, αλλά στις στιγμές εκείνες όπου κανείς δεν είχε απομείνει παρά μόνο μία ανάσα — και εκείνον τον πήραν κι αυτόν μαζί τους.
Στην ουσία, εκείνοι ήταν η ιστορία — εμείς φτιάξαμε το μύθο. Αυτοί είναι η ιστορία — αυτοί γράφουν τον μύθο. Την ίδια στιγμή. Την ίδια πόλη. Τον ίδιο τίτλο.
Πάντα μου σου διαλάλουν εκείνοι οι αριθμοί στο αίμα εκείνου του Ιουλίου σαν γυάλινα ψάρια που κολυμπούν στις αναμνήσεις. Την ώρα που εσύ ξέχασες πως η πόλη έφαγε το σπίτι της με σπίρτα εκείνο το βράδυ για έναν τίτλο, εγώ θυμάμαι τον Κυριάκο εκείνον τον άνδρα να στέκεται μέσα στο αεροδρόμιο σαν ένα μνημείο ζωντανό — όχι επειδή η ομάδα κέρδισε, αλλά επειδή εκείνος είπε *ναι* σε έναν τόπο που είχε βάλει στον πάγο την ίδια του την ψυχή εδώ και χρόνια.
Εσείς τώρα μιλάτε για εκείνους τους αγώνες σαν να ήταν οι ίδιοι σκληροτράχηλοι πολεμιστές που λες; Μα το ’86 δεν ήταν αγώνας — ήταν μια βόμβα κάτω από το σακάκι ενός αγοριού που είχε ξεμείνει χωρίς την πόλη του. Και όταν εκείνος ο αγώνας τελείωσε και χάσαμε, εκείνο το συναίσθημα δεν ήταν μόνο λύπη — ήταν σαν να σου είχαν κόψει ένα δάχτυλο ζωντανό. Το ’86 δεν είναι εκεί για τις στατιστικές σας. Είναι εκεί γιατί τότε η πόλη κατέληξε σαν ανθρώπινο κομμάτι στον πάγκο ενός γηπέδου, εκεί που κανείς δεν άκουγε τους παλμούς της καρδιάς της.
Κι εσείς τώρα λοιπόν πετάτε τα λόγια σας σαν σακιά μάρμαρα πάνω στους σημερινούς: "εκείνοι ξέραν κάθε γωνία σαν δεύτερο σπίτι τους", "πήγαν αγώνα στους 100 πόντους στο ημίχρονο". Μα τι είναι αυτά τα νούμερα όταν μιλάμε για μια πόλη που έγινε ένας οργανισμός εκείνο το βράδυ; Αυτοί οι πρώτοι ήταν σκληροί επειδή είχαν σκοτώσει κάθε ελπίδα χρόνια πριν ακόμα ξεκινήσει ο αγώνας. Αυτοί έκαναν τον Κυριάκο να σταθεί εκεί σαν βράχος επειδή η πόλη είχε ήδη υποστεί μια οικονομική χρεοκοπία, επειδή οι άνθρωποι ζούσαν με αμοιβές τέταρτης κατηγορίας ενώ η χώρα άλλαζε χειρότερα από όσο άλλαζε εκείνος ο δρόμος του τίτλου.
Και εμείς τώρα; Ας μην λέμε ιστορίες για τους σημερινούς αυτούς μούτσους εφήβους. Αυτοί δεν έχουν τίποτα κοινό εκτός από το γήπεδο. Αυτή η ομάδα δεν ξέρει τι σημαίνει να κοιτάς τον ουρανό κι εκεί πάνω να γράφεις σαν ξενοίκιαστο σπίτι το όνειρο της πόλης. Αυτοί παίζουν επειδή τους πληρώνουν. Αυτοί κερδίζουν επειδή έχει σχεδιαστεί έτσι. Την ίδια στιγμή που εμείς ζούσαμε την ιστορία εκείνη την νύχτα, αυτοί εκεί πάνω χορεύουν σαν να μην υπάρχει αύριο — μα στο τέλος αυτό είναι που τους κάνει διαφορετικούς. Δεν τους νοιάζει η πόλη. Νοιάζονται μόνο το δικό τους όνομα πάνω στο δόλωμα του τίτλου.
Σαφέστατα, λοιπόν, εγώ ακόμα διαλέγω εκείνο το λυγμό του ’86. Εκείνον που έκανε την πόλη να σηκωθεί ξανά όχι επειδή νίκησε, αλλά επειδή έδωσε μια ψευδαίσθηση πως μπορεί να ζήσει ξανά. Γιατί έτσι είναι οι τίτλοι; Μαύρα μεταξωτά τσουβάλια όπου βάζουμε τις απογοητεύσεις μας μέχρι η πόλη μας να ξαναγίνει σπίτι.
xG > συναίσθημα.
ΡΕ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΔΕΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΩ ΠΩΣ ΞΕΧΑΣΑΜΕ ΠΩΣ ΣΤΟ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΜΕΡΑ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ ΣΕ ΕΝΑ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΙΚΟ ΑΓΟΡΑΣΕ ΜΙΑ ΠΛΑΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΣΤΟΝ Κυριάκο "ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΣΠΙΤΙ" ΜΕ ΣΠΡΕΪ! ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΒΓΗΚΕ ΤΟ ΛΕΩ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΜΠΑΛΟΝΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΔΟ ΣΑΣ ΓΕΜΙΣΕ ΟΛΟΙ ΘΥΜΑΤΑΙΤΕ;;; ΤΟΥ ΛΕΩ ΛΙΓΟ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΑ 50!!! 🔥💪🔴 ΜΠΡΑΒΟ ΣΤΟ ΓΙΩΡΓΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΚΑΝΕ ΟΛΟΥΣ ΝΑ ΚΛΑΨΟΥΜΕ ΣΑΝ ΜΩΡΑ!!! ΟΥΤΕ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΟΥ ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ!!!
Μια ομάδα, μια ζωή ❤️
Λοιπόν, εμένα με κέρδισε εκείνο το πανό στην ουρά του αεροδρομίου που έγραφε "ΚΥΡΙΑΚΟ, ΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΔΩΣΟΥΜΕ ΜΙΑ ΑΥΛΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΣΟΥ ΑΓΩΝΑ ΑΠΟ 10 ΧΡΟΝΙΑ!" 🤣😂🍿
Αλλά σοβαρά τώρα: εμένα εκείνον τον Ιούλιο μου είχε κάνει διάρροια από το άγχος μου η βόλτα της Κύπρου και τελικά πήγα στο γήπεδο φορώντας το ίδιο καλοκαιρινό μπουφάν που φοράω και στις αράδες του φούρνου! Και τι έκανα; Είδα τον Κυριάκο εκεί παντού σαν θεό του δρόμου και του είπα "ρε Κυριάκου, είσαι σίγουρος πως δεν κρύβεσαι από τους ντετέκτιβ του NBA;" 🤣🔥
Ντάξει πάντως, όταν είδα εκείνον τον τίτλο το 2016, θυμήθηκα πως την προηγούμενη χρονιά είχε κλείσει η γειτονιά μου γιατί κάποιος είχε πετάξει μια μπάλα στο παράθυρό μου λέγοντας "τέλος πάντων, μια στατιστική λάθος" — και ξαφνικά το παράθυρό μου έγινε ιερό κειμήλιο! 😂🏀
Ο μόνος σοβαρός εδώ είμαι εγώ — και με το ζόρι.