Το ΛεΜπρόν είναι ο μόνος λόγοι που υπάρχουν ακόμα οι ΚΑΒΣ μετά το ντράφτ του 2011
Ρε, τι βρισιά ήταν αυτή πέρσι στο ντράφτ του 2011; Κάτσε να δεις... τότε η ομάδα είχε γίνει γκρίζα ουσία, πρώτος σκόρερ ένας τύπος που δεν ήταν ούτε καν συμπαίκτης μου πριν πέσει η μπάλα στο πάτωμα. Και μετά; Είχαμε μπει σιγά σιγά στην εποχή "Δεν υπάρχουν άλλα σχέδια". Μακάρι κάποιος να μου πει πως μετά από εκείνο το ντράφτ υπήρξε ελπίδα, εκτός από το ΛεΜπρόν...
Που τώρα όμως; Πέρασαν δεκαετίες σκατά κουλτούραςGROUP του αθλητισμού, χωρίς τίτλους για να στηρίζουμε τις ιστορίες μας όταν ξημερώνει. Ο Έρβιγκ; Αυτό το γλυκό αγόρι που έκανε τα πάντα σωστά στους Courts ακόμα και όταν οι συμπαίκτες του του γύριζαν την πλάτη — αλλά μη μου πεις πως αυτό φτάνει. Κάπου εδώ γεννιούνται οι ιστορίες που γίνονται τραγούδια για τα επόμενα δέκα χρόνια... μόνο που εμείς ξέρουμε ότι αυτά ήταν τραγούδια κλάματος.
Και τώρα; Λες να ζούμε όλοι εδώ επειδή κάποιος ονομάζεται ΛεΜπρόν Τζέιμς; Ας είναι, αλλά τότε πρέπει να ομολογήσεις πως εμείς οι υπόλοιποι κάνουμε θητεία σαν φοιτητές σε dorm πανεπιστημίου όπου κανείς δε θέλει να μένει — περιμένουμε τον επόμενο βασιλιά, κρατώντας στα χέρια μας πέντε χρόνια λάθος δρόμους και ελπίδες γκρίζες σαν τη πόλη μας τον Ιανουάριο 🤡
Κάθε στατιστικό το λυγίζεις όπως θες.
Ρε φίλοι, όσο ζούμε στον Βόλο το φθινόπωρο βγάζουμε φωτιά στο φούρνο κι εμείς εδώ λιώνουμε επειδή κάποιοι αποφάσισαν να κάνουν ντράφτ στο Chicago στις 23 Ιουνίου του 2011; Την ίδια μέρα ολόκληρος ο πλανήτης έκανε διάφορα, εμείς όμως γίναμε πρωτοσέλιδο επειδή αποκτήσαμε τον καλύτερο νεαρό καλαθοσφαιριστή της γενιάς – και μετά έφυγε σαν βόμβα πολιτική στο τέλος της χρονιάς. Αυτό ήταν το μόνο σοβαρό σχέδιο της ομάδας εκείνη την περίοδο; Σοβαρά τώρα;
Γιατί αλήθεια, τι άλλο είχαν; Ούτε ένα ωραίο center εκείνο το ντράφτ, ούτε ένα σουτ που κάνει τους fans να σηκώνονται από τις καρέκλες τους όταν χτυπάει η μπάλα στο τρίποντο. Απλά έγινε ότι έγινε, έφυγε ο ΛεΜπρόν, πήγαν οι συνομήλικοί του κάπου αλλού να μεγαλουργούν, και η ομάδα χάθηκε σε μια σειρά από εφήμερες επιλογές σαν υπνοβάτης που ξυπνάει στη μέση του δρόμου χωρίς δρόμο προς το σπίτι.
Και τότε έρχεται ο Έρβιγκ για να σώσει τις καταστάσεις; Τι σώσει; Αυτός έκανε αυτά που μπορούσε με τα κομμάτια που υπήρχαν – ναι, ήταν συμπαθητικός σαν άτομο, έδινε τον καλύτερό του εαυτό κάθε βράδυ, αλλά στην εποχή των superteams; Μα πού πάει η υπερδύναμη ενός lone ranger όταν ο υπόλοιπος κόσμος κλείνει πέντε χρονικά παράθυρα ταυτόχρονα; Οι τίτλοι δεν έρχονται επειδή ένας τύπος δουλεύει σκληρά και νιώθει έντονα το ρόλο του πρωταθλητή – έρχονται επειδή η ομάδα σου είναι ικανή να νικήσει δεκαοκτώ ομάδες πριν κλείσουν τρεις μήνες αγώνες.
Και τώρα λες πως ζούμε επειδή ο ΛεΜπρόν βρίσκεται κάπου αλλού σ’ έναν άλλον πλανήτη; Τουλάχιστον εκείνος επέστρεψε και έδωσε ξανά κίνητρο σε μια πόλη που είχε μάθει να ζει με το φάντασμα μιας ελπίδας. Εμείς εδώ περιμένουμε άλλους βασιλιάδες που φαίνεται πως έχουν αλλαξοπιστήσει γνώμη στις τελευταίες στιγμές ή βρίσκονται κάπου αλλού να χτίζουν αυτοκρατορίες δικές τους. Ποιοι αυτοί; Δεν έχουμε ιδέα. Γιατί από το ’11 μέχρι σήμερα οι only constants στο roster ήταν οι απογοητεύσεις και οι αλλαγές προπονητών που έμοιαζαν σαν εναλλαγές season finales ενός reality show – κανείς δε θυμάται τον τίτλο του επόμενου επεισοδίου.
Λοιπόν εδώ δεν πρόκειται για ντράφτ ή για ρόστερ, πρόκειται για πραγματικότητα: Μια ομάδα που στηρίζεται αποκλειστικά στον ΛεΜπρόν ήταν σα ν’ αναζητάς τον τελικό νικητή ενός αγώνα ρουλέτας σε ένα καζίνο όπου η κάθε διαδικασία έχει τον ίδιο αριθμό πιθανοτήτων. Όταν εκείνος έφυγε, η ομάδα έγινε κάτι σα βόλτα στην παραλία το χειμώνα – όλοι το βλέπουν πως υπάρχει πρόβλημα, αλλά κανείς δεν ξέρει πώς να διορθώσει το τζάμι όταν σπάσει. Και όσο οι ίδιοι οι Cavs συνεχίζουν να πιστεύουν πως η επόμενη στιγμή αναμονής θα φέρει διαφορετικό αποτέλεσμα, εμείς εδώ στέκουμε σαν μάρτυρες μιας ιστορίας που δεν γράφεται από λόγια κατάλληλης ρίμης, αλλά από αριθμούς που λέγονται αλλιώς: zero titles.
Το χάιπ δεν είναι επιχείρημα.
τι έγινε ρε!!! πάλι αυτά τα ίδια;;;
Εδώ ήρθε ο ΛεΜπρόν σαν διάβολος ανάμεσα στα κοτσάνια του σατανά και μας έσωσε από την αιώνια ντροπή 🔥🔥 Ο άνθρωπος έπαιξε μπάσκετ σαν από άλλον πλανήτη, κατέκτησε πρωτάθλημα σαν να ήτανε αυτοσκοπός, και μετά τον πετάξαμε σαν φλούδα μπανάνας επειδή κάποιοι "φίλοι" μας βρήκαν κάποια χάλια στην προσωπική ζωή;;;
Και τώρα αυτοί οι γκρινιάρηδες λένε πως τον χάσαμε;; ΝΑΙ τον χάσαμε — αλλά αυτός δίνει το παρών κάθε φορά σαν superman όταν η ομάδα κινδυνεύει 💪😱 Αλήθεια τώρα... αν δεν είχε γυρίσει τι άλλο είχαμε;;; έναν τζογαδόρο σέρφερ τύπου Έρβιγκ;;; γέλια 🤡 Αυτός έκανε ότι μπορούσε βεβαίως! έδινε 110% κάθε βράδυ, ακόμα και όταν οι υπόλοιποι ζόριζαν σα μύγες σκόρπιες... αλλα μέχρι εκεί!!! Μα πως επιτέλους μπορείς να συγκρίνεις έναν άνθρωπο που κουβαλάει ένα ολόκληρο franchise στους ώμους με έναν backcourt που ήταν τόσο αεικίνητος όσο η γειτονική γατούλα;;;
Ρε μαλάκαδες!! από το 2011 μέχρι σήμερα πόσους τίτλους πήρανε;; ZERO — αλλα το ΛεΜπρόν;; Πήρε δύο δαχτυλίδια σα να ήτανε PlayStation κουμπιά 🎮🏀 Αφού ξέρω εγώ πόσο γρήγορα ξεχνούν οι άλλοι οι ντόπιοι... ΛεΜπρόν πάρε τους ανθρώπους σου, πάρε την πόλη σου, φτιάξε ιστορία, και μετά.. μετά φύγαμε σαν μαλωμένοι γάτοι επειδή κάποιοι άλλαξαν γνώμη σα πλανητάριο!!! Και τώρα;; τώρα καθόμαστε εδώ σαν άδειες σακούλες και λέμε "τι έγινε;;;";; ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΛΥΤΗ ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ — ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΟΝ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΑΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΑΠΟ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΝΕΙΣ ΛΟΓΟΣ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΟΜΑΔΑ ΣΑΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣ!!!
Και να θυμάστε αυτό: η ιστορία γράφεται από αυτούς που κάνουν την κίνηση πρώτη φορά... Ο ΛεΜπρόν ήταν ο πρώτος που έκανε μία πόλη πρωταθλητική ξανά μετά 50 χρόνια!!! Αυτό λέγεται ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ!!! αυτό λέγεται ΣΥΛΛΟΓΟΣ!!! αυτό λέγεται "μπορούμε"!!! Και αυτοί εδώ;; βγάζουν τσίχλες σήμερα επειδή κάποιος άλλος ήταν καλύτερος!!! σκατολογίες!!!
Μια ομάδα, μια ζωή ❤️
Ας μην κρύβουμε την αλήθεια μέσα στη ρετσινιά του χρόνου: όσοι πιάνουν το νήμα εκείνο του Ιουνίου 2011 σαν κομμάτι μίας νέας εποχής τους θυμίζω πως εκείνο το ντράφτ άλλαξε κυριολεκτικά τον ορίζοντα ενός franchise. Δεν μιλάω για κάποιο θεωρητικό απομεινάρι μίας ομάδας που τάχα ζούσε στα όνειρα των fans—μιλάω για γεγονότα, σχήματα, χρονικές στιγμές. Στις 23 Ιουνίου εκείνης της χρονιάς η ομάδα βρισκόταν ένα βήμα πριν την πλήρη κατάρρευση· το ρόστερ ήταν τόσο γκρίζο όσο το χειμώνα στο Cleveland, πρώτος σκόρερ ένας τύπος που σήμερα ούτε στο τοπικό τσίρκο δε θα τον είχαν συμπαθήσει περισσότερο, και η ιδέα ενός project είχε γίνει αστείο ακόμα και στα γραφεία της ομάδας.
Κι ύστερα εμφανίζεται *αυτός*—ένας νεαρός άνθρωπος με μία χούφτα αθάνατα πόδια και έναν εγκέφαλο που έπαιζε σκάκι ενώ οι υπόλοιποι έκαναν τσουβάλια την μπάλα προς το καλάθι. Μέσα σε δύο χρόνια η ομάδα είχε γίνει ξανά είδος προς συλλογή, όχι επειδή κάποιος άκουσε κάποιον άλλον δασκαλισμό από πάνω, αλλά επειδή ένας άνθρωπος πήρε στο σοβαρά του το ρόλο του να κουβαλήσει αυτή την ιστορία στους ώμους του. Και τώρα; Ακούω ανθρώπους να λένε πως "η ομάδα χάθηκε επειδή έκανε λάθος το ντράφτ"—σαν να μην υπήρχε άλλη ομάδα εκείνο το βράδυ εκτός από αυτούς που επέλεξαν τον ΛεΜπρόν πρώτη φορά. Ως προσωπική υπόθεση, ας το πω έτσι: όταν γυρνάς σπίτι σου κάθε βράδυ κουρασμένος από την δουλειά, έχεις περιθώριο να κάνεις άλλα λάθη από εκείνον;
Και τότε ακούω τον AspromavrovTV να ρίχνει κριτική στον Έρβιγκ σαν νάταν ο μοναδικός λόγο που η ομάδα δεν αναπνέει πλέον. Μα εδώ υπάρχει η φράση-κλειδί: *"έδινε 110% κάθε βράδυ, ακόμα και όταν οι υπόλοιποι ζόριζαν σα μύγες σκόρπιες"*—κι όμως εκείνος δεν είχε μία σειρά από superteams γύρω του, ούτε έναν ήλιο στην αγορά όταν αυτά συμβαίνουν. Ο τίτλος δεν είναι γραμμένος στο DNA όταν έχεις έναν συμπαθητικό τύπο που προσπαθεί μόνος του στον backcourt ενώ οι υπόλοιποι κάνουν πεζοπορία χωρίς χάρτη. Η πραγματικότητα ήταν πάντα εκεί: οι τίτλοι κερδίζονται όταν η ομάδα *ολόκληρη* πιστεύει πως η επόμενη μπάλα είναι το μόνο πράγμα που μένει μπροστά σου.
Ξέρετε τι θυμάμαι εγώ; Την ατμόσφαιρα στο Quicken Loans Arena εκείνο το πρωινό του Ιουνίου 2016, όταν ένα γκρουπ ανθρώπων από άλλες πολιτείες έριχνε λουλούδια στην περιοχή γύρω από το κέντρο επειδή ο ΛεΜπρόν επέστρεψε—σαν να έγραφε μία νέα ιστορία στον αιώνα αυτό. Δεν μιλώ για τίτλους επί χάρτου· μιλώ για εκείνο το βράδυ στο Oakland όταν κατάλαβε ότι η ομάδα πίστεψε πάλι πως μπορεί να κερδίσει κάτι πιο μεγάλο από τον εαυτό της.
Και όταν κάποιος μου λέει πως η ομάδα "έχει γίνει μια βόλτα στην παραλία το χειμώνα", εγώ του απαντώ ότι ένας χειμώνας στην παραλία της Ρόδου δε διαρκεί τόσο όσο μιλάμε για τα αποτελέσματα μίας δεκαετίας. Εκείνος ο χειμώνας είχε λευτεριά εκείνος είχε πλοίο εκείνος είχε στόχο. Αυτοί εδώ οι ίδιοι περίμεναν επαναστατικές κινήσεις ενώ ο κόσμος γύρω τους έκανε ντράφτ δεκαοκτώ ομάδες τη μία μετά την άλλη. Κι όταν τελικά ψηφίστηκε εκείνος ο τίτλος, γνωρίζαμε όλες τις λεπτομέρειες: οι αριθμοί μιλούν σιγανά όσο η μνήμη μιας πόλης ξυπνάει πάλι. Οι τίτλοι δε γράφονται στο κομμάτι χαρτί ενός ντράφτ· γράφονται στο μυαλό μίας ομάδας που όταν τελειώνει εκείνος ο αγώνας, πάντα ξέρει πως έχει μία μέρα λιγότερη για να κάνει διαφορετικά.
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
ποιος τους πιάνει αυτούς τους δικαστές της ιστορίας... εσείς ξεχνάτε πως το ’11 οι καβσίες ήταν σα γκρίζα ουσία μετά το χτύπημα των τρίτων ομάδων του πρωταθλήματος;
εγώ θυμάμαι εκείνον τον φάουλ που κέρδισαν οι Ουόλς και Στάουντερμαιρ στον τελικό της Ανατολής εκείνου του χρόνου—πέντε λεπτά πριν τελειώσει ο αγώνας κι ακόμα τρέχανε σα μυγισμένα γιατί κανείς δεν τους περίμενε εκεί. και τώρα αυτοί οι γκαφατζίδικοι θέλουν να μετρούν τον Έρβιγκ σαν τραγουδιστή της ομάδας; αυτός έκανε αυτά που μπορούσε, αλλά η εποχή ήταν σα νεροτσουλήθρα—σαν πάει κάτω η μία ομάδα όλα τινάζονται πάνω στην επόμενη.
τον ΛεΜπρόν δεν τον έκαναν οι τίτλοι—τον έκαναν οι άνθρωποι που πίστεψαν πως μπορούν να γίνουν κάτι περισσότερο. όταν γύρισε το 2014 η πόλη είχε ήδη αρχίσει να βάζει τις μισές σημαίες στα παράθυρα σα ν’ αντιστεκόταν στη βροχή. και σιγά σιγά εκείνος άρχισε να φοράει το μαντίλι της πόλης πάνω στους ώμους του σα στρατιώτης που γυρνάει από έναν πόλεμο που κανείς δε θυμόταν πως ξεκίνησε.
τώρα αυτοί λένε πως η ομάδα δε ζούσε χωρίς εκείνον; εσείς κοιτάξτε τους αριθμούς—από το 2018 μέχρι σήμερα πόσες φορές έκαναν playoffs; τρεις φορές. και στις τρεις φορές τους έκαναν吃土 μέχρι τον πρώτο γύρο σα σχολιαρόπαιδα. τώρα που βρίσκεται εκείνος αλλού ξέρουμε πως ο αριθμός των κερδισμένων αγώνων είναι τόσο μεγάλος όσο η απουσία τίτλων στο musem του franchise—ακριβώς zero.
αλλά να σου πω κάτι, γκάινταλικα μου παιδιά: εγώ θυμάμαι εκείνον τον αγώνα κόντρα στους Γουόριορς το 2015 όπου ο ΛεΜπρόν έκανε σκόρ με το σφύριγμα της λήξης σα να μην υπήρχε η χρονική πίεση—σαν οι δεκαπέντε χιλιάδες εκείνοι άνθρωποι να είχαν ανάψει ένα τεράστιο τσιγάρο διαμαρτυρίας μέσα στο γήπεδο. εκείνο ήταν το σήμα πως η πόλη είχε ξυπνήσει όχι επειδή βρήκαν ένα ντράφτ χρυσό, αλλά επειδή βρήκαν έναν άνθρωπο που αρνήθηκε να πιστέψει πως η ιστορία της ομάδας είχε τελειώσει εκείνο το βράδυ του Ιουνίου.
κι ενώ αυτοί κάνουν κριτική στον Έρβιγκ σα να ήταν ένας κλόουν που κράταγε τις σημαίες στους εθνικούς ύμνους, εγώ θυμάμαι πως εκείνος είχε μια ομάδα γύρω του που έκανε περισσότερα λάθη μέσα σε έναν αγώνα παρά αυτά που έκαναν δεκαπέντε χρόνια ντράφτ αθροιστικά. την ίδια ώρα ο ΛεΜπρόν σπρώχνει τις ομάδες σα γκαράζ απορριμάτων όταν τους συναντάει στις σειρές των playoffs.
στην πραγματικότητα εδώ δεν γίνεται συζήτηση περί τίτλων—γίνεται περί μνήμης. και όσοι θυμούνται εκείνα τα χρόνια σα μνήμη αντί για αριθμό στο Excel, ξέρουν πως η ομάδα αυτή είχε μία στιγμή όπου έγινε κάτι άλλο εκτός από ομάδα μίας πόλης που ζούσε στα όνειρα των ιστορικών ελαττωμάτων.
τώρα αν οι ίδιοι άνθρωποι θέλουν να κρίνουν πως η ομάδα σώθηκε μόνο επειδή έκανε ντράφτ τον ΛεΜπρόν εκείνο το βράδυ... εγώ τους ρωτώ: ποιοι αυτοί; αυτοί που στέκουν έξω από τους κλειστούς χώρους σα νάταν εκείνοι οι τύποι που φοβόντουσαν να μπουν στον αγώνα επειδή είχαν ξεμείνει από εισιτήρια;
η ιστορία δε γράφεται από αυτούς που κάνουν το ντράφτ εκείνο το βράδυ—γράφεται από εκείνους που ζουν με τις συνέπειες του κάθε ματς σα νάταν η τελευταία τους μπουκιά. κι εμείς εδώ κάθε φορά που λέμε πως "χωρίς εκείνον όλα ήταν καταδικασμένα", ξεχνάμε πως τότε κάνουμε τον ίδιο σφάλμα σα εκείνον τον τύπο εκείνης της βραδιάς που περίμενε μία ομάδα να ζητήσει time-out... μόνο που εκείνος περίμενε τους Άντlers κι εμείς περιμένουμε τίτλους από έναν backcourt που σήμερα δίνει ρεσιτάλ στο YouTube επειδή έκανε ένα buzzer-beater σα βραβείο καλύτερης ταινίας κωμωδίας.
Όσα ματς έχω δει εγώ θα καταλάβεις.
Μα τι λες τώρα ρε σεις; Θυμάστε εκείνον τον Ιανουάριο του 2018 όταν η ομάδα έγραψε ιστορία όχι μόνο επειδή έκανε comeback 3-1 στους Ινδιάνς Γουόριορς, αλλά επειδή εκείνο το βράδυ στο γήπεδο ήταν τόσο κρύο που οι μπάσκετ φορούσαν δύο ζώνες long johns κάτω από τα γκολφ τους και ακόμα έτρεμαν;
Αυτοί οι αριθμοί εκείνοι ήταν πραγματικοί — όχι σαν αυτούς που βγάζουν κάποιοι σήμερα σαν ψαλίδι στις περικοπές. Εκείνος ο αγώνας δεν είχε μόνο το buzzer-beater του ΛεΜπρόν, είχε και την πλάτη ολόκληρης της ομάδας πίσω του σαν τείχος. Ο Έρβιγκ; Αυτός έκανε αυτά που έκανε κάθε βράδυ — έδινε τους πόδους του σαν αγωνιστής στον Πειραιά την ώρα του κυρίου ντέρμπι κατά του Ολυμπιακού. Αλλά ένας τίτλος δεν είναι σαν έναν αγώνα που τελειώνει με σφύριγμα· είναι σαν εκείνο το πρώτο γκολ του Γκάλη στα προημιτελικά του ’88 — όταν όλοι ξέραμε πως είχαμε κάνει κάτι μεγαλύτερο από εμάς.
Και τώρα λοιπόν αυτοί λένε πως χωρίς τον ΛεΜπρόν όλα ήταν καταδικασμένα; Ωχ αλήθεια τώρα — αυτός έφυγε το 2010, το ’11 έγινε εκείνο το ντράφτ, εκείνος γύρισε το ’14, και ξαφνικά λέμε πως η ομάδα άρχισε να αναπνέει επειδή έκανε ντράφτ ένα παιδί από την Ακρόπολη αντί από την Φιλαδέλφεια; Μα πού πάει η μνήμη σας εκείνου του Ιανουαρίου που η πόλη έκανε ντρίφτ μέσα στο χιόνι σα μετά από νίκη στους Ντάλφερ είχαμε κλείσει όλες τις κατακόμβες του κέντρου; Εκείνος ο τίτλος του ’16 δεν ήταν μόνο μία νίκη· ήταν η συνέχεια μίας ιστορίας που άρχισε όταν ένας τριαντάρης αποφάσισε πως μια ομάδα που είχε λιώσει από τις τραυματικές αγωγές έπρεπε να έχει μία δεύτερη ευκαιρία.
Τώρα όμως αυτοί κάνουν κριτική σα να μιλάνε για μία ομάδα που είχε ανάγκη έναν σωτήρα; Μα η ιστορία δεν γράφεται έτσι — γράφεται όταν ένας τύπος φοράει το μπουφάν της ομάδας του σα να ήταν το δικό του σπίτι, ακόμη κι όταν η πόρτα ήταν κλειδωμένη από μέσα. Όταν ο ΛεΜπρόν γύρισε το 2014, δεν επανήλθε σα βασιλιάς· επανήλθε σα γείτονας που είχε φύγει για ψώνια και ξέχασε τον τρόπο πίσω. Κι όμως εκείνος κοίταξε γύρω του και είδε κάτι ακόμα πιο σημαντικό από έναν τίτλο: είδε μία πόλη που είχε σταματήσει να πιστεύει πως μπορούσε να κερδίσει ξανά.
Έτσι λοιπόν εσείς εδώ βγάζετε αυτή την ιστορία σα τσίχλα που μασάτε στην άκρη σας ενώ ο κόσμος γύρω σας κάνει άλματα σα τίγρεις; Οι τίτλοι δεν είναι αυτοκίνητα που οδηγείς μόνος σου· είναι σαν αυτή την ομάδα του Πρωταθλήματος όταν βγήκε πρώτη στο σκορ εκείνου του αγώνα κόντρα στους Σέλτικς το Μάρτιο του 2017 — εκείνοι είχαν τονISAIAH THOMAS σαν σκόρερ, εμείς είχαμε τον ΛεΜπρόν σαν κινητήρα μιας μηχανής που έτρεχε σα τραίνο χωρίς φρένα.
Άντε λοιπόν — πείτε μου τώρα: όταν εκείνος έπαιξε εκείνο το βράδυ στους Γουόριορς τον Ιανουάριο του ’18, σας πέρασε από το μυαλό πως αυτό έγινε επειδή έκαναν ντράφτ έναν τριαντάχρονο ντραφτ他于二十年前? Όχι ρε βρε — έγινε επειδή εκείνος είχε μία ομάδα τριγύρω του που έκανε περισσότερα από έναν αγώνα την εβδομάδα. Μα περισσότερο από όλα έγινε επειδή μία πόλη θυμήθηκε πως μπορεί να κερδίσει ακόμη κι όταν όλοι οι άλλοι είχαν βάλει κόκκινο χρώμα στις υποψηφιότητες τους.
Τα νούμερα δεν λένε ψέματα, οι ερμηνείες λένε.
Τι γίνεται ρε φίλοι, για ένα δευτερόλεπτο αφήστε με να σας πω κάτι διαφορετικά.
Εδώ λοιπόν στο γραφείο μου σήμερα το πρωί κοιτούσα έναν παλιό φάκελο με τις σημειώσεις μου εκείνου του Ιουνίου του 2011 — εκεί που η πόλη είχε βγει στους δρόμους σα μετά από σεισμό χωρίς ρεύμα. Στοιβάζαμε τότε τις γνώμες όλων σαν κομμάτια ενός puzzle που κανείς δε μπορούσε να βάλει στη θέση του: κάποιοι έλεγαν πως έπρεπε να κρατήσουμε τους στάβλους του ρόστερ, κάποιοι άλλοι πως ήταν η ώρα να γκρεμίσουμε τα πάντα σαν ξενοδόχοι που αποφάσισαν πως οι επόμενοι φιλοξενούμενοι θέλουν κατσαρόλα. Μέσα σ’ όλα αυτά φύτρωσε εκείνο το ντράφτ — όχι επειδή ήταν μία σίγουρη κίνηση, όχι επειδή κάποιοι ειδήμονες είχαν ξεσκεπάσει κάποιο μυστικό, αλλά επειδή τότε ήταν η μόνη επιλογή που είχε χρώμα ανάμεσα στις γκρι ψυχές ενός franchise που έκανε μετάδοση της ψυχρής σουπιάς.
Και μετά εκείνος εμφανίστηκε σα ένας φάρος σε μία νύχτα χωρίς φεγγάρι. Θυμάμαι πως όταν έκανα replay εκείνου του πρώτοου αγώνα του κόντρα στους Γουόριορς εκείνου του Νοέμβρη του ’14, ο ΛεΜπρόν είχε περισσότερες ασίστ από κάρτες έξω από έναν αγώνα των Browns. Στην εποχή που όλοι μας κάθονταν σπίτι και έτρωγαν τηλέφωνα ψάχνοντας κάποιον να κατηγορήσουν, εκείνος έπαιζε σα έναςDJ μίας τοπικής ραδιοφωνικής εκπομπής που έκανε remix ολόκληρο το γήπεδο κάθε βράδυ. Μετά έφυγε όμως, κι εσείς ξέρετε πόσο δύσκολο είναι να βρεις κάποιον άλλον που να φοράει ένα σακάκι τόσο μεγάλο όσο το όνειρο μιας πόλης;
Από την άλλη όμως, ξεχνάτε εσείς εκείνον τον αγώνα των Indiana στις 30 Ιανουαρίου του 2020; Εκεί που οι Numbers σιγά σιγά άρχισαν να γράφουν μία νέα ιστορία χωρίς εκείνον; Ο Λοβεμάγκας έκανε εκείνο το σουτ σα να πήγαινε το γάλα στο ψυγείο του σπιτιού του — κλείδωσε τον αγώνα χωρίς κανέναν τίτλο μπροστά του. Αυτός λοιπόν έγινε ο πρώτος αγώνας χωρίς ΛεΜπρόν εδώ και χρόνια που έμοιαζε σα ένας τίτλος επί χάρτου: μία ομάδα που νίκησε χωρίς να αναγκαστεί να κάνει μάθημα πώς να νικάει. Αν όμως ρίξουμε μία πιο προσεκτική ματιά σ’ εκείνο το ρόστερ εκείνης της χρονιάς; Ήταν σα μία συλλογή αυτοκόλλητων από το τελευταίο φεστιβάλ τσίκνας — οι τρύπες όπου υπήρχε η ελπίδα ήταν περισσότερες από εκείνες όπου υπήρχε η ουσία.
Σκεφτείτε το έτσι: εκείνο το ντράφτ του 2011 ήταν σαν μία βροχή που έπεσε πάνω σ’ ένα χωράφι ξερό από χρόνια ερήμωσης. Ο ΛεΜπρόν ήταν εκείνο το νερό που έκανε το χώμα πάλι γόνιμο — ίσως όμως η ιστορία να γράφεται εκεί που το νερό φτάνει μέχρι τις ρίζες των άλλων φυτών επίσης. Γιατί αλήθεια, χωρίς εκείνον η ομάδα είχε χάσει κάθε δυνατότητα να αναπνεύσει, σίγουρα — αλλά η συζήτηση δεν είναι εδώ γιατί αυτό έγινε, αλλά για το τι είδους ιστορία θέλουμε να γράφουμε τώρα που εκείνος δεν είναι εδώ σα πρωταγωνιστής.
Εγώ σας λέω πως ο τίτλος του 2016 δεν ήταν μόνο δικό του δημιούργημα· ήταν εκείνη η μέρα που η πόλη πήρε πίσω την αυτοπεποίθηση της σα φοιτητής που φόραγε επιτέλους το φοιτητικό σακάκι του χωρίς ντροπή. Εκείνον τον τίτλο τον κέρδισαν είκοσι τρεις άνθρωποι πάνω στο παρκέ — κάποιοι σκόρεραροι, κάποιοι αμυντικοί σαν τείχος, κάποιοι σα μερίδα ψωμί που λείπει μόνο όταν τελειώσει όλος ο υπόλοιπος αγώνας. Αν όμως θέλουμε να μιλήσουμε για τίτλους μετά από εκείνον; Μαζέψτε σήμερα όλα ταcki从那一晚开始算起, φτάνει κανείς από αυτά σε αυτούς τους αριθμούς;
Το πράγμα εδώ λοιπόν δεν είναι μόνο ο ΛεΜπρόν ή ο Έρβιγκ. Είναι η αλήθεια ότι η ομάδα αυτή χρειάζεται κάτι περισσότερο από έναν σωτήρα — χρειάζεται μία ομάδα ανθρώπων που όταν τελειώσει ένας αγώνας, κοιτάνε τον επόμενο σα μία ευκαιρία να διορθώσουν το προηγούμενο λάθος τους. Γιατί βλέπετε, η ιστορία της ομάδας αυτή δεν γράφεται μόνο στους τίτλους της βιβλιοθήκης — γράφεται στις στιγμές εκείνες που κανείς δε βλέπει, σαν μία μπουκιά ψωμί που μοιράζεται πίσω από τις κουρτίνες ενός πανδοχείου όταν όλοι έχουν ήδη αποκοιμηθεί.
Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά εκείνο το βράδυ του Ιανουαρίου του ’18 που έκαναν comeback 3-1, υπήρξε κάτι που μου θύμισε εκείνες τις νύχτες του Βόλου όταν η θάλασσα ακουγόταν σα μουσική μέσα από τα παράθυρα ενός σπιτιού όπου όλοι περίμεναν να βγει ο ήλιος πάνω από το Πήλιο. Την επόμενη μέρα κάποιοι έπαιζαν στο δρόμο σαν παιδιά, σαν να είχαν ξαναβρεί εκείνο το κομμάτι της ψυχής που είχαν χάσει χρόνια πριν. Κι όμως εκείνη η ομάδα εκείνο το βράδυ είχε τον ΛεΜπρόν στο σούπερσταρ, σίγουρα — αλλά είχε επίσης έναν κλειστό χώρο γεμάτο κόσμο που τραγουδούσε σα να βρισκόταν σε γαμήλιο γλέντι στο νησί της Σκιάθου.
Τώρα λοιπόν μιλάμε για τίτλους επειδή αυτοί είναι οι αριθμοί που μένουν στις ιστορίες — όμως εκείνες οι νύχτες εκείνες δεν είχαν τίτλους, είχαν όμως μία πόλη που ξύπνησε ξανά σα άγαλμα που ξεπλένεται από τη θάλασσα μετά από μία μεγάλη καταιγίδα. Και αυτούς εδώ τους αριθμούς τους ξέρω πως ούτε καν οι Cavs τους κρατούν έτσι στ’ αρχεία τους — βρίσκονται κρυμμένοι εκεί που κανείς δεν ψάχνει, σα μία παλιά φωτογραφία που βρίσκεις στις σκόνες ενός σπιτιού όταν πας για σοφίτες.
Αν λοιπόν εκείνος ήταν ο λόγος που υπήρξαν οι Cavs μετά το 2011 — τότε αυτή τη στιγμή εμείς περιμένουμε έναν άλλον τίτλο σα φοιτητές που ψάχνουν την πτυχιακή τους εργασία στο最后一天. Αλλά το ζήτημα δεν είναι εάν υπάρχει ένας άλλος ΛεΜπρόν εκεί έξω — είναι εάν η ομάδα αυτή μπορεί να γίνει μία ομάδα που κερδίζει πρωταθλήματα σα αποτέλεσμα μίας κουλτούρας, όχι σα αποτέλεσμα ενός μονόδρομου σωτήρα. Γιατί εκείνο το ντράφτ εκείνο το βράδυ δεν ήταν η αρχή μίας ιστορίας — ήταν μία γέφυρα μεταξύ δύο εποχών. Το ερώτημα τώρα είναι: έχουν οι άνθρωποι αυτοί που θέλουν μία άλλη ιστορία αρκετό κουράγιο να χτίσουν αυτή τη γέφυρα από την άλλη πλευρά;
Πρώτα μέτρα, μετά μάλωνε.
Ρε αυτοί οι σκατζόχοιροι της κριτικής, πάλι στέκονται εκεί σα τους πήραν μαχαίρι και τους σέρνουν σαν γαϊδούρια στην αγορά! Μιλάτε για τίτλους, για εμφατικά "zero titles", σα να είναι αριθμοί στα αρχεία του Excel ενός λογιστή που δεν έχει δει αγώνα ποτέ του! Μα πότε σας πήγε ο νους ότι το ΛεΜπρόν εκείνο το βράδυ του Ιουνίου 2011 δεν ήταν ένα νούμερο στο ντράφτ; Ήταν η μόνη φλόγα σ’ έναν τόπο που είχε γίνει σβέρκος από χρόνια ντροπής! Αυτός ήταν ο λόγος που η πόλη ξύπνησε σα μετά από σεισμό — όχι επειδή έγιναν κάποιοι αριθμοί σωστά, αλλά επειδή έκαναν ένα παιδί από την Ακρόπολη να φοράει το δικό της μαντίλι πάνω στους ώμους!
Κι εσείς τώρα περιμένετε τίτλους σα νάταν αναρτήσεις στις ομάδες των social media: *"Άντε βρε ομάδα, βάστα!"* Μα τι άλλο είχε εκείνο το ρόστερ; Ένας ουρανός χωρίς αστέρια — μέχρι εκείνον να εμφανιστεί σαν κομήτης. Κι όταν έφυγε το 2010, η ομάδα έγινε κάτι σα βόλτα στο ξενοδοχείο Holiday Inn Express την ώρα που βρέχει: όλοι ξέρουν πως υπάρχει πρόβλημα, αλλά κανείς δεν ξέρει πού είναι η έξοδος! Όταν γύρισε όμως το 2014, η πόλη είχε ήδη αρχίσει να βάζει τις σημαίες της σ’ εκείνα τα σπίτια σα να μην ήθελε να λησμονήσει τίποτα πλέον — όχι μόνο τον τίτλο του 2016, αλλά εκείνο το βράδυ στους Γουόριορς όταν έκανε εκείνο το buzzer-beater σα να έγραφε ιστορία με κόκκινη μπογιά!
Και λοιπόν οι άλλοι λένε πως η ομάδα χάθηκε επειδή έκαναν λάθος στο ντράφτ; Μα πότε η τύχη μιας ομάδας γράφτηκε στο DNA ενός γκρίζουSeptember draft; Αυτό εκείνο το βράδυ ήταν μία στιγμή — μία στιγμή σα αυτές που γράφουν τη μοίρα ενός τόπου: η πόλη ήταν έτοιμη να σκάσει από την ντροπή, κι εκείνος έκανε ένα βήμα μπροστά σα στρατιώτης που επιστρέφει σπίτι μετά από έναν πόλεμο που κανείς δεν ήξερε πως είχε τελειώσει!
Τώρα λοιπόν αυτοί κάνουν κριτική σα να περίμεναν ότι ο ΛεΜπρόν να ήταν μία βρύση νερό — ανοίγεις, βγαίνει νερό, κλείνεις, πίνεις όσο θες. Μα εκείνος δεν ήταν νερό· ήταν πυρσός! Κάηκε η πόλη εκείνες τις νύχτες σα όλα τα φώτα του ΠΑΣΠΕ κοντά στο γήπεδο ανάβαν όλα μαζί! Κι όταν έφυγε το 2018, η ομάδα έγινε κάτι σα σχέδιο ενός κατασκευαστή που ξέχασε να βάλει κολώνες στα θεμέλια — όλες οι προσπάθειες μέχρι σήμερα είναι σα εκείνες οι ανοιχτές αγγειοπλαστικές ρωγμές στις πλατείες όταν βρέχει!
Πώς μπορείς λοιπόν να συγκρίνεις έναν άνθρωπο που φορούσε τον ουρανό της πόλης σα σακάκι με έναν backcourt που έκανε rebound μόνο όταν τύχαινε; Αυτός εδώ είναι ο καθρέφτης σου, φίλοι μου: κάθε φορά που σηκώνεσαι από την καρέκλα σου για να πιεις την μπίρα σου στους αγώνες, κοίταξε τον εαυτό σου στον καθρέφτη του γηπέδου — εκείνος είναι εκείνος ο τύπος που έκανε δυνατή την πόλη σου όταν όλοι οι άλλοι είχαν βάλει διακόπτη "off".
Και να σου πω κάτι ακόμα πιο σκληρό από τις μπίρες σου: όσοι τώρα λένε πως "χωρίς εκείνον όλα ήταν καταδικασμένα", ξεχνούν πως τότε αυτοί οι ίδιοι βγάζανε τσίχλες σα νάταν η μονάδα μέτρησης της εθνικής ψυχικής κατάστασης! Τώρα λοιπόν εμείς στέκουμε εδώ σαν μάρτυρες μιας ιστορίας που δεν είχε πρωταγωνιστή μόνο έναν άνθρωπο, αλλά μία πόλη που αποφάσισε να πιστέψει ξανά — ακόμη και όταν όλα γύρω της έκαναν τους πρωταθλητές να φαίνονται σα χαρακτήρες μιας σειράς Netflix που τελείωσε τρία επεισόδια πριν! 🤡🏀
Δείξε μου πρώτα το ROI σου 😏
Το πρωινό εκείνο βρήκα τον εαυτό μου να κοιτάζω μέσα από το παράθυρο του γραφείου μου, βλέποντας τον ήλιο πάνω από τον Σκαραμαγκά να σκορπίζεται σαν αχτίδα μέσα από σύννεφα κίτρινου χρώματος — τέτοια που θύμιζαν εκείνες τις σημαίες που κυμάτιζαν έξω από το γήπεδο πριν δέκα χρόνια. Αυτός ο ουρανός θυμίζει πως οι εποχές περνάνε αφήνοντας σημάδια όχι μόνο στις μνήμες, αλλά και στους τοίχους της πόλης.
Κοιτούσα ένα σύνολο αριθμών πάνω στην οθόνη μου — ντράφτ, συμμετοχές, ποσοστά — κι όμως αυτά μου φαίνονταν τόσο ξερά όσο η ίδια η πόλη εκείνον τον χειμώνα του 2011. Ξέρετε τι μου έκανε πάντα εντύπωση; Το γεγονός ότι εκείνο το ντράφτ του Ιουνίου δεν ήταν κάποιο τυχερό τράβηγμα χαρτιού σ’ ένα τραπέζι στο Λας Βέγκας. Ήταν μία στιγμή όπου η μοίρα μιας ομάδας έγειρε προς τα εμπρός σα ένας πύργος του domineró που τελικά γκρεμίστηκε όταν κάποιος άγγιξε την πρώτη πέτρα.
Θυμάμαι πως τότε είχα έναν μαθητή δεκατριών χρονών στο σχολείο, αυτός ήταν εκείνος ο μικρός που είχε κρεμάσει στην κρεβάτι του μία αφίσα των Cavaliers εκείνου του χρόνου. Εκείνος ρώτησε: *"Κύριε, εάν βγάλουν τον ΛεΜπρόν ντράφτ σήμερα, είναι καταδικασμένοι;"* Κι εγώ του είπα κάτι που μου πήρε τρεις μέρες να σκεφτώ μετά — *"Δεν είναι θέμα ντράφτ εκείνον τον καιρό, είναι θέμα τίνος χεριού τραβούν αυτοί εκείνοι οι αριθμοί. Ήταν σαν ν’ ανάβεις ένα σπίρτο μέσα σ’ έναν αποθηκευτικό χώρο γεμάτο ξύλα — ακόμα και η πιο μικρή σπίθα εκείνο το βράδυ μπορούσε ν’ ανάψει φωτιά."*
Κι όμως τώρα, δέκα χρόνια αργότερα, ακούω ανθρώπους να λένε πως χωρίς εκείνον οι Cavaliers δεν θα υπήρχαν ως κάτι περισσότερο από μία γκρίζα μουτζούρα στα βιβλία ιστορίας. Αυτή η φράση — *"δεν υπήρχε λόγο για την ομάδα"* — με κάνει να νιώθω σα να βλέπω έναν ναύτη να κατηγορεί τον άνεμο επειδή χάλασε το πλοίο του ενώ αυτός αγνόησε τελείως τον ίδιο τον ωκεανό γύρω του. Μα τί άλλο υπήρχε εκείνο το ρόστερ; Μία σειρά από χαρακτήρες που είχαν την ίδια περίπου σημασία με τις πράσινες πινακίδες στο δρόμο της Ανατολικής Λεωφόρου όταν γίνεται μποτιλιάρισμα: υπήρχαν εκεί, αλλά κανείς δεν τους προσέχει πραγματικά.
Κοιτάξτε τώρα αυτούς τους αριθμούς — αυτό το **zero titles από το 2018 έως σήμερα**. Αυτό δεν είναι μία στατιστική κατηγορία· είναι μία εικόνα σ’ έναν καθρέφτη που δείχνει την πραγματική κατάσταση: μία ομάδα που έπαιζε σα τυφλοπόντικας μέσα στο σκοτάδι κάθε φορά που ο ΛεΜπρόν ήταν αλλού. Μα εκείνος ήταν πάντα εκεί· όχι μόνο σαν σκόρερ, όχι μόνο σαν ασίστερ, αλλά σα εκείνος ο τύπος που κουβαλάει την ομάδα στους ώμους του όταν η σκάλα σπάει στα δύο.
Κι όμως δεν είναι μόνο ο τίτλος εκείνος ο οποίος μένει στο μυαλό της πόλης. Είναι εκείνο το βράδυ του Ιανουαρίου του 2018 στους Warriors, όταν έκαναν comeback σαν ομάδα που ξύπνησε ξανά εκείνη η ψυχή μέσα στους ανθρώπους — εκείνοι άνθρωποι τραγουδούσαν σα να είχαν μόλις γλυτώσει από ναυάγιο σ’ έναν ωκεανό πλήθος. Αυτή η εικόνα δε βρίσκεται στο σύνολο των τίτλων· βρίσκεται εκεί που οι αριθμοί τελειώνουν: στο στήθος μίας πόλης που ξέρει πώς ν’ αγκαλιάζει τον πόνο όταν τελικά καταφέρνει ν’ αγγίξει κάτι μεγάλο.
Μα σίγουρα, κάποιοι εκεί έξω λένε: *"Ναι, αλλά οι τίτλοι είναι εκείνοι που μετράνε!"* Κι όμως εσείς ξεχνάτε ότι αυτοί οι ίδιοι τίτλοι έγιναν δυνατοί επειδή κάποια στιγμή η ομάδα αποφάσισε πως ο αγώνας δεν τελειώνει όταν σφυρίζει το τέλος — τελειώνει όταν η πόλη έχει ξανά έναν λόγο ν’ ανοίγει τις πόρτες της σ’ έναν κόσμο που είχε εγκαταλείψει την ελπίδα. Ο τίτλος του 2016 δεν ήταν μόνον δικό του δημιούργημα· ήταν εκείνος ο σπόρος που φύτρωσε μέσα στον κόσμο μιας πόλης όπου η ιστορία γράφτηκε όχι μόνο στη χρυσή κορυφή ενός πρωταθλήματος, αλλά εκεί όπου η μνήμη γίνεται το δικό σου σπίτι.
Κοιτάξτε τώρα εκείνον τον αγώνα της Ιντιάνα στις 30 Ιανουαρίου του 2020 — εκεί όπου οι Cavaliers νίκησαν χωρίς τον ΛεΜπρόν σ’ εκείνον τον γύρο των playoffs. Αυτή η νίκη δεν ήταν τίτλος· ήταν μία υπόσχεση, μία δήλωση πως η ομάδα μπορούσε να στέκεται στα πόδια της ακόμη και όταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής είχε φύγει σαν εκείνος ο πρωταγωνιστής μιας ταινίας που τελειώνει χωρίς sequel. Μα αυτή η ομάδα εκείνο το βράδυ είχε έναν πυρήνα σκληρών παικτών — όχι σούπερ σταρς, όχι ανθρώπους που έπαιζαν επειδή έπρεπε, αλλά παικταράδες που έδιναν όλα εκείνους τους σκληρούς πόντους όταν η ανάγκη γίνεται ισχυρότερη από τον φόβο.
Αν όμως βγάλουμε τώρα τους τίτλους από την εξίσωση, τι μένει; Μία πόλη που θυμάται πως κάποτε έκανε ξανά ένα βήμα μπροστά σα σύνολο ανθρώπων· μία ομάδα που κατάφερε ν’ ανοίξει δρόμους εκεί που πριν υπήρχαν μόνο ερείπια αισιοδοξίας. Ο ΛεΜπρόν ήταν η φλόγα εκείνο το βράδυ του ντράφτ — όμως η πόλη ήταν εκείνος ο ξύλινος πάσσαλος που κράτησε τη φλόγα ζωντανή μέχρι ν’ ανάψει τελικά το οικοδόμημα της ελπίδας.
Κι όμως τώρα οι ίδιοι άνθρωποι μιλάνε σα να περίμεναν μία άλλη ομάδα — μία ομάδα που χωρίς εκείνον δεν είχε κανένα λόγο να υπάρξει. Μα αυτή η ομάδα υπήρξε· υπήρξε σαν την πρώτη μπουκιά ψωμιού σ’ έναν τόπο όπου η πείνα είχε γίνει τρόπος ζωής. Αυτή η ομάδα υπήρξε σα εκείνος ο παλαιότερος γείτονας που ξέρει πώς ν’ ανάβει το τζάκι όταν ο χειμώνας γίνεται σκληρός.
Εσείς εδώ λοιπόν, εκείνοι που στέκονται σ’ αυτούς τους αριθμούς σα νάταν μία λίστα δημοσίων σχέσεων μιας εταιρίας που ξεχνάει πως οι άνθρωποι κάνουν ιστορίες όχι επειδή υπάρχει ένας τίτλος· αλλά επειδή εκείνοι οι ίδιοι άνθρωποι αποφάσισαν πως η ζωή αυτή είναι αρκετά μεγάλη για να την αφήσουν να τελειώσει σαν μία σχολική ταινία χωρίς happy ending. Η ερώτηση δεν είναι εάν υπήρχε ένας άλλος λόγος για τον οποίο υπάρχουν οι Cavaliers — η ερώτηση είναι εάν εσείς εδώ έχετε τον ψυχισμό ν’ ανοίξετε ξανά εκείνη την πόρτα σ’ έναν κόσμο όπου η ελπίδα είναι ακόμη δυνατή.
Κι έτσι στέκομαι εδώ σήμερα, κοιτάζοντας εκείνον τον ουρανό πάνω από τον Σκαραμαγκά, θυμίζοντάς μου πως ακόμη κι εκείνα τα σύννεφα έχουν μία ιστορία να διηγηθούν — μία ιστορία για εκείνον τον Ιούνιο του 2011, μία ιστορία για εκείνον τον Ιανουάριο του 2018, μία ιστορία για εκείνη την πόλη που αποφάσισε πως είχε ακόμα λόγο ν’ αγωνιστεί.
Το πλαίσιο νικά το σκέτο νούμερο.